Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El móvil
01
κινητό τηλέφωνο, κινητό
teléfono que se puede llevar y usar en cualquier lugar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
móviles
Παραδείγματα
Mi móvil está sin batería.
Το κινητό μου έχει μείνει χωρίς μπαταρία.
02
όχημα μετάδοσης ειδήσεων, φορτηγό ειδήσεων
vehículo equipado para transmitir noticias en directo desde un lugar
Παραδείγματα
El móvil llegó al lugar del accidente.
Το μóβιλ έφτασε στο σημείο του ατυχήματος.



























