el vil
ˈmo
mo
vil
bil
bil

Ορισμός και σημασία του "móvil"στα ισπανικά

01

κινητό τηλέφωνο, κινητό

teléfono que se puede llevar y usar en cualquier lugar 
el móvil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
móviles
Παραδείγματα
Mi móvil está sin batería. 

Το κινητό μου έχει μείνει χωρίς μπαταρία.

02

όχημα μετάδοσης ειδήσεων, φορτηγό ειδήσεων

vehículo equipado para transmitir noticias en directo desde un lugar 
Παραδείγματα
El móvil llegó al lugar del accidente. 

Το μóβιλ έφτασε στο σημείο του ατυχήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store