divertir
di
di
di
ver
βeɾ
ber
tir
ˈtiɾ
tir
divergir

Ορισμός και σημασία του "divertir"στα ισπανικά

divertir
01

διασκεδάζω

pasar un buen rato y disfrutar haciendo algo 
divertir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
divierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
divierte
ενεστώτα μετοχή
divirtiendo
απλός αόριστος
me divertí
παθητική μετοχή
divertido
Παραδείγματα
¿Te diviertes en las fiestas? 

Divertir σημαίνει ότι διασκεδάζεις στα πάρτι ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store