Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
divertir
01
διασκεδάζω
pasar un buen rato y disfrutar haciendo algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
divierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
divierte
ενεστώτα μετοχή
divirtiendo
απλός αόριστος
me divertí
παθητική μετοχή
divertido
Παραδείγματα
¿Te diviertes en las fiestas?
Divertir σημαίνει ότι διασκεδάζεις στα πάρτι ;



























