céntrico
cén
ˈθen
then
tri
tɾi
tri
co
ko
ko

Ορισμός και σημασία του "céntrico"στα ισπανικά

01

κεντρικός, μεσαίος

que está situado en el centro de una ciudad o lugar 
céntrico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más céntrico
συγκριτικός βαθμός
más céntrico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
céntrico
αρσενικό πληθυντικό
céntricos
θηλυκό ενικό
céntrica
θηλυκό πληθυντικό
céntricas
θεματικό πεδίο
ubicación, geografía
Παραδείγματα
El hotel es muy céntrico. 

Το ξενοδοχείο είναι πολύ κεντρικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store