Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
céntrico
01
κεντρικός, μεσαίος
que está situado en el centro de una ciudad o lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más céntrico
συγκριτικός βαθμός
más céntrico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
céntrico
αρσενικό πληθυντικό
céntricos
θηλυκό ενικό
céntrica
θηλυκό πληθυντικό
céntricas
Παραδείγματα
Prefieren vivir en un lugar céntrico.
Προτιμούν να ζουν σε ένα κεντρικό μέρος.



























