Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interesar
01
ενδιαφέρω
atraer la atención o curiosidad de alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
intereso
γ΄ ενικό πρόσωπο
interesa
ενεστώτα μετοχή
interesando
απλός αόριστος
interesé
παθητική μετοχή
interesado
Παραδείγματα
A los estudiantes les interesa la ciencia.
Η επιστήμη ενδιαφέρει τους μαθητές.



























