Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hábito
01
συνήθεια
costumbre o práctica adquirida por la repetición frecuente de una acción
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hábitos
Παραδείγματα
Tiene el hábito de leer por la noche.
Έχει τη συνήθεια να διαβάζει το βράδυ.
02
συνήθεια
vestimenta tradicional usada por miembros de órdenes religiosas
Παραδείγματα
La monja llevaba un hábito blanco.
Η μοναχή φορούσε μια λευκή συνήθεια.



























