Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
volver
01
επιστρέφω
regresar a un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
vuelvo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vuelve
ενεστώτα μετοχή
volviendo
απλός αόριστος
volví
παθητική μετοχή
vuelto
Παραδείγματα
Voy a volver a casa después del trabajo.
Θα επιστρέψω σπίτι μετά τη δουλειά.
02
γίνομαι
cambiar y convertirse en algo diferente
Παραδείγματα
Él se volvió muy amable después del accidente.
Έγινε πολύ ευγενικός μετά το ατύχημα.



























