volver
Pronunciation
/bɔlβˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "volver"στα ισπανικά

volver
[past form: volví][present form: vuelvo]
01

επιστρέφω

regresar a un lugar
volver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
vuelvo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vuelve
ενεστώτα μετοχή
volviendo
απλός αόριστος
volví
παθητική μετοχή
vuelto
Παραδείγματα
Volveré pronto para ayudarte.
Θα επιστρέψω σύντομα για να σε βοηθήσω.
02

γίνομαι

cambiar y convertirse en algo diferente
volver definition and meaning
Παραδείγματα
La ciudad se volvió un lugar turístico.
Η πόλη volvió τουριστικό μέρος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store