Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
volver
[past form: volví][present form: vuelvo]
01
επιστρέφω
regresar a un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
vuelvo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vuelve
ενεστώτα μετοχή
volviendo
απλός αόριστος
volví
παθητική μετοχή
vuelto
Παραδείγματα
Volveré pronto para ayudarte.
Θα επιστρέψω σύντομα για να σε βοηθήσω.
02
γίνομαι
cambiar y convertirse en algo diferente
Παραδείγματα
La ciudad se volvió un lugar turístico.
Η πόλη volvió τουριστικό μέρος.



























