Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
económico
01
οικονομικός, φθηνός
que cuesta poco dinero o es accesible en precio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más económico
συγκριτικός βαθμός
más económico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
económico
αρσενικό πληθυντικό
económicos
θηλυκό ενικό
económica
θηλυκό πληθυντικό
económicas
Παραδείγματα
La ropa de esa tienda es económica y de buena calidad.
Τα ρούχα σε αυτό το κατάστημα είναι οικονομικά και καλής ποιότητας.
02
οικονομικός, χρηματοοικονομικός
relacionado con la economía o las finanzas de un país, empresa o persona
Παραδείγματα
El sector económico más fuerte es el tecnológico.
Ο ισχυρότερος οικονομικός τομέας είναι ο τεχνολογικός.
03
οικονομικός, οικονομικός
relacionado con el dinero, los gastos o la economía
Παραδείγματα
La empresa enfrenta dificultades económicas.
Η εταιρεία αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.
04
οικονομικός, καυσίμου οικονομικός
que consume poco combustible
Παραδείγματα
Elegir un coche económico es bueno para el bolsillo y el medio ambiente.
Η επιλογή ενός οικονομικού αυτοκινήτου είναι καλή για το πορτοφόλι και το περιβάλλον.



























