Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puntual
01
ακριβής, ακριβής
que llega o hace las cosas a la hora exacta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más puntual
συγκριτικός βαθμός
más puntual
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
puntual
αρσενικό πληθυντικό
puntuales
θηλυκό ενικό
puntual
θηλυκό πληθυντικό
puntuales
Παραδείγματα
No soporto a la gente que no es puntual.
Δεν αντέχω τους ανθρώπους που δεν είναι ακριβείς.



























