soltero
sol
sol
sol
te
ˈte
te
ro
ɾo
ro
agujerovaquerotableropizzero

Ορισμός και σημασία του "soltero"στα ισπανικά

01

ανύπαντρος, άγαμος

que no está casado ni tiene pareja 
soltero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más soltero
συγκριτικός βαθμός
más soltero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
soltero
αρσενικό πληθυντικό
solteros
θηλυκό ενικό
soltera
θηλυκό πληθυντικό
solteras
θεματικό πεδίο
estado civil, relaciones, personas
Παραδείγματα
Juan está soltero. 

Ο Χουάν είναι άγαμος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store