raro
ra
ˈra
ra
ro
ɾo
ro
parofarocaroclaro

Ορισμός και σημασία του "raro"στα ισπανικά

01

παράξενος, περίεργος

que es poco común, extraordinario o difícil de entender 
raro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más raro
συγκριτικός βαθμός
más raro
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
raro
αρσενικό πληθυντικό
raros
θηλυκό ενικό
rara
θηλυκό πληθυντικό
raras
Παραδείγματα
Hoy me siento un poco raro. 

Σήμερα νιώθω λίγο περίεργα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store