goloso
gol
gɔl
gawl
o
ˈo
o
so
so
so
gomosogozoso

Ορισμός και σημασία του "goloso"στα ισπανικά

01

que disfruta mucho comiendo alimentos dulces , -

γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
golosos
θηλυκό ενικό
golosa
θηλυκό πληθυντικό
golosas
Παραδείγματα
Mi hermano es muy goloso y siempre compra chocolate. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store