Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El local
01
τοπική ομάδα
equipo que juega en su propio campo o estadio
Παραδείγματα
El local celebró su victoria con sus fans.
02
χώρος
espacio o lugar dentro de un edificio o una zona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
locales
Παραδείγματα
El local está cerrado los domingos.
Ο χώρος είναι κλειστός τις Κυριακές.
local
01
τοπικός
relacionado con un lugar o una comunidad específica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
local
αρσενικό πληθυντικό
locales
θηλυκό ενικό
local
θηλυκό πληθυντικό
locales
Παραδείγματα
El clima local es templado todo el año.
Το τοπικό κλίμα είναι ήπιο όλο το χρόνο.



























