el alojamiento
alojamiento
alo̞xamje̞nto̞
alokhamyento
alejamientoalzamiento

Ορισμός και σημασία του "alojamiento"στα ισπανικά

El alojamiento
01

διαμονή, καταλύματα

lugar donde alguien puede quedarse temporalmente o vivir 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alojamientos
Παραδείγματα
El alojamiento estaba cerca de la playa y era muy cómodo. 

Η διαμονή ήταν κοντά στην παραλία και πολύ άνετη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store