Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entrar
01
μπαίνω
pasar de afuera hacia adentro de un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
entro
γ΄ ενικό πρόσωπο
entra
ενεστώτα μετοχή
entrando
απλός αόριστος
entré
παθητική μετοχή
entrado
Παραδείγματα
Voy a entrar a la casa.
Πρόκειται να μπω στο σπίτι.
02
εντάσσομαι, συμμετέχω
unirse a un grupo, organización o actividad
Παραδείγματα
Quiero entrar en el club de lectura.
Θέλω να μπω στο λέσχη ανάγνωσης.
03
πρόσβαση, εισέρχομαι
pasar a un lugar o espacio, obtener acceso
Παραδείγματα
No puedes entrar sin permiso.
Δεν μπορείς να μπείς χωρίς άδεια.
04
συνδέομαι
acceder a un sistema informático introduciendo credenciales
Παραδείγματα
Necesito entrar en mi correo electrónico.
Πρέπει να συνδεθώ στο email μου.
05
εισάγω
poner algo o a alguien dentro de un lugar
Παραδείγματα
Entré las cajas a la casa.
Εισάγω τα κουτιά στο σπίτι.



























