Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preferir
[past form: preferí][present form: prefiero]
01
προτιμώ, ευνοώ
elegir una cosa antes que otra porque gusta más
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
prefiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
prefiere
ενεστώτα μετοχή
prefiriendo
απλός αόριστος
preferí
παθητική μετοχή
preferido
Παραδείγματα
Nosotros preferimos comida casera.
Εμείς προτιμούμε σπιτικό φαγητό.



























