el señor
se
se
se
ñor
ˈɲor
nior
pavortutorcoloractor

Ορισμός και σημασία του "señor"στα ισπανικά

01

κύριος

título de respeto usado para referirse a un hombre adulto 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
señores
αρσενικό ενικό
señor
θηλυκό ενικό
señora
Παραδείγματα
El señor López llegó temprano a la reunión. 

Κύριος López έφτασε νωρίς στη συνάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store