Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
señalar
[past form: señalé][present form: señalo]
01
δείχνω, υποδεικνύω
mostrar o indicar algo con un gesto o señal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
señalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
señala
ενεστώτα μετοχή
señalando
απλός αόριστος
señalé
παθητική μετοχή
señalado
Παραδείγματα
Señaló con cuidado el lugar donde debía cortar.
Υπέδειξε προσεκτικά το σημείο που έπρεπε να κόψει.
02
σημειώνω, τονίζω
marcar o destacar algo para identificarlo o resaltarlo
Παραδείγματα
El profesor señaló las respuestas correctas en la pizarra.
Ο δάσκαλος επισήμανε τις σωστές απαντήσεις στον πίνακα.



























