Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El extranjero
[gender: masculine]
01
ξένος, ξένη
persona que no pertenece al país en el que se encuentra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
extranjeros
Παραδείγματα
La universidad ofrece cursos para extranjeros.
Το πανεπιστήμιο προσφέρει μαθήματα για αλλοδαπούς.
extranjero
01
ξένος, ξένη
relativo a otro país o cultura que no es la propia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extranjero
αρσενικό πληθυντικό
extranjeros
θηλυκό ενικό
extranjera
θηλυκό πληθυντικό
extranjeras
Παραδείγματα
Viajar a un país extranjero es una experiencia enriquecedora.
Το ταξίδι σε μια ξένη χώρα είναι μια εμπλουτιστική εμπειρία.



























