Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escuchar
01
ακούω
prestar atención a los sonidos o palabras que alguien dice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escucho
γ΄ ενικό πρόσωπο
escucha
ενεστώτα μετοχή
escuchando
απλός αόριστος
escuché
παθητική μετοχή
escuchado
Παραδείγματα
Ella suele escuchar jazz de camino al trabajo.
Συνήθως ακούει τζαζ στο δρόμο για τη δουλειά.
02
ακούω
prestar atención a lo que una persona dice
Παραδείγματα
¿Me escucharás si te digo que no desesperes?
Θα με ακούσεις αν σου πω να μην απελπίζεσαι ;
03
ακούω
prestar atención a lo que alguien dice
Παραδείγματα
No escucha cuando hablo.
Δεν ακούει όταν μιλάω.
04
να ακούς τον εαυτό σου
prestar atención a lo que uno mismo dice, siente o necesita.
Παραδείγματα
A veces me escucho y no sé lo que digo.
Μερικές φορές ακούω τον εαυτό μου και δεν ξέρω τι λέω.



























