Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deletrear
[past form: deletreé][present form: deletreo]
01
συλλαβίζω, γράφω ορθογραφημένα
pronunciar o escribir las letras de una palabra en orden correcto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deletreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deletrea
ενεστώτα μετοχή
deletreando
απλός αόριστος
deletreé
παθητική μετοχή
deletreado
Παραδείγματα
Ella deletreó la palabra sin errores.
Αυτή συλλαβίσε τη λέξη χωρίς λάθη.



























