Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
completar
01
ολοκληρώνω
hacer que algo esté completo o terminarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
completo
γ΄ ενικό πρόσωπο
completa
ενεστώτα μετοχή
completando
απλός αόριστος
completé
παθητική μετοχή
completado
Παραδείγματα
Tiene que completar el formulario.
Πρέπει να συμπληρώσει τη φόρμα.



























