el enchufe
en
en
en
chu
ˈʧu
choo
fe
fe
fe

Ορισμός και σημασία του "enchufe"στα ισπανικά

01

βύσμα, πρίζα

pieza que se conecta a la toma de corriente para recibir electricidad 
el enchufe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
enchufes
Παραδείγματα
Necesito un enchufe para cargar mi teléfono. 

Χρειάζομαι μια πρίζα για να φορτίσω το τηλέφωνό μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store