el altavoz
Pronunciation
/ˌaltaβˈɔθ/

Ορισμός και σημασία του "altavoz"στα ισπανικά

El altavoz
[gender: masculine]
01

ηχείο, μεγάφωνο

un dispositivo que convierte señales eléctricas en sonido
el altavoz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
altavoces
Παραδείγματα
El cantante se paró frente al altavoz principal.
Ο τραγουδιστής σταμάτησε μπροστά από τον κύριο μεγάφωνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store