Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El beneficio
[gender: masculine]
01
κέρδος, όφελος
ganancia obtenida de una actividad económica o inversión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
beneficios
Παραδείγματα
El proyecto busca beneficios económicos y sociales.
Το έργο αναζητά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη.
02
πλεονέκτημα
ventaja que se obtiene de algo
Παραδείγματα
Uno de los beneficios del ejercicio es la buena salud.
Ένα από τα πλεονεκτήματα της άσκησης είναι η καλή υγεία.



























