Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La impresora
01
εκτυπωτής
máquina que se usa para imprimir documentos o imágenes en papel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
impresoras
Παραδείγματα
La impresora está conectada a la computadora.
Ο εκτυπωτής είναι συνδεδεμένος στον υπολογιστή.



























