el criminal
cri
kɾi
kri
mi
mi
mi
nal
ˈnal
nal
Portugalterminalcorporaltemporal

Ορισμός και σημασία του "criminal"στα ισπανικά

01

εγκληματίας

una persona que ha cometido un delito grave 
el criminal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
criminales
Παραδείγματα
El criminal fue condenado a veinte años de prisión. 

Ο εγκληματίας καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλάκιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store