Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El criminal
01
εγκληματίας
una persona que ha cometido un delito grave
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
criminales
Παραδείγματα
El criminal fue condenado a veinte años de prisión.
Ο εγκληματίας καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλάκιση.
Λεξικό Δέντρο
criminal
crime



























