el músico
Pronunciation
/mˈusiko/

Ορισμός και σημασία του "músico"στα ισπανικά

El músico
[gender: masculine]
01

μουσικός

persona que toca un instrumento musical o se dedica profesionalmente a la música
el músico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
músicos
Παραδείγματα
El músico compuso una nueva canción.
Ο μουσικός συνέθεσε ένα νέο τραγούδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store