Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El conductor
01
οδηγός
persona que maneja o conduce un vehículo, como un coche o un autobús
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conductores
Παραδείγματα
El conductor pasó el examen de conducir ayer.
Ο οδηγός πέρασε την εξέταση οδήγησης χθες.
Λεξικό Δέντρο
conductor
conduct



























