el soldado
sol
sol
sol
da
ˈda
da
do
do
do
soleado

Ορισμός και σημασία του "soldado"στα ισπανικά

01

στρατιώτης

persona que forma parte del ejército y sirve en él 
el soldado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soldados
αρσενικό ενικό
soldado
θηλυκό ενικό
soldado
neutral form
militar
Παραδείγματα
El soldado defendió la frontera durante la guerra. 

Ο στρατιώτης υπερασπίστηκε τα σύνορα κατά τη διάρκεια του πολέμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store