el soldado
Pronunciation
/sɔlðˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "soldado"στα ισπανικά

El soldado
[gender: masculine]
01

στρατιώτης

persona que forma parte del ejército y sirve en él
el soldado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soldados
Παραδείγματα
Cada soldado debe conocer las reglas del ejército.
Κάθε στρατιώτης πρέπει να γνωρίζει τους κανόνες του στρατού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store