Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El electricista
01
ηλεκτρολόγος, τεχνικός ηλεκτρολόγος
persona que trabaja instalando y reparando sistemas eléctricos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
electricistas
Παραδείγματα
El electricista arregló la luz.
Ο ηλεκτρολόγος επισκεύασε το φως.



























