Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cartero
01
ταχυδρόμος, ταχυμεταφορέας
la persona que reparte el correo y los paquetes a domicilio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carteros
Παραδείγματα
El cartero pasa por mi casa todos los días a las once de la mañana.
Ο ταχυδρόμος περνάει από το σπίτι μου κάθε μέρα στις έντεκα το πρωί.



























