el cartero
car
kaɾ
kar
te
ˈte
te
ro
ɾo
ro
canterocarerocerterocarnero

Ορισμός και σημασία του "cartero"στα ισπανικά

01

ταχυδρόμος, ταχυμεταφορέας

la persona que reparte el correo y los paquetes a domicilio 
el cartero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carteros
αρσενικό ενικό
cartero
θηλυκό ενικό
cartera
neutral form
repartidor de correo
Παραδείγματα
El cartero pasa por mi casa todos los días a las once de la mañana. 

Ο ταχυδρόμος περνάει από το σπίτι μου κάθε μέρα στις έντεκα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store