Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El personal
01
προσωπικό
conjunto de empleados o trabajadores de una empresa o institución
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
personales
Παραδείγματα
El personal del hospital es muy profesional.
Το προσωπικό του νοσοκομείου είναι πολύ επαγγελματικό.
personal
01
προσωπικός, ιδιωτικός
que pertenece o se relaciona con una persona en forma privada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
personal
αρσενικό πληθυντικό
personales
θηλυκό ενικό
personal
θηλυκό πληθυντικό
personales
Παραδείγματα
Cada empleado tiene un espacio personal en la oficina.
Κάθε εργαζόμενος έχει ένα προσωπικό χώρο στο γραφείο.
02
προσωπικός
que pertenece o se relaciona con una persona en particular
Παραδείγματα
Esta es mi opinión personal.
Αυτή είναι η προσωπική μου γνώμη.
Λεξικό Δέντρο
personal
person



























