la cerea
ce
θe
θε
ˈsa
σα
rea
ɾea
ρεα
área

Ορισμός και σημασία του "cesárea"στα ισπανικά

01

καισαρική τομή, καισαρική

operación quirúrgica para extraer al bebé del útero 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cesáreas
Παραδείγματα
El bebé nació por cesárea de emergencia. 

Το μωρό γεννήθηκε με επείγουσα καισαρική τομή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store