Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El psicoanálisis
01
ψυχανάλυση
método terapéutico y teoría psicológica que estudia el inconsciente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El paciente asistió a sesiones de psicoanálisis semanales.
Ο ασθενής παρακολούθησε εβδομαδιαίες συνεδρίες ψυχανάλυσης.



























