Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La aromaterapia
01
αρωματοθεραπεία
uso de aceites esenciales y aromas naturales para mejorar el bienestar físico y emocional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Me gusta usar aromaterapia con aceite de lavanda.
Μου αρέσει να χρησιμοποιώ αρωματοθεραπεία με λάδι λεβάντας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aromaterapia
aroma
terapia



























