Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La hipertensión
01
υπέρταση
condición en la que la presión de la sangre en las arterias es más alta de lo normal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El estrés puede aumentar la hipertensión temporalmente.
Το άγχος μπορεί να αυξήσει προσωρινά την υπέρταση.



























