la náusea
náusea
nause̯a
naoosea

Ορισμός και σημασία του "náusea"στα ισπανικά

01

ναυτία

sensación de malestar en el estómago que provoca ganas de vomitar 
la náusea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La náusea es un síntoma común durante el embarazo. 

Η ναυτία είναι ένα κοινό σύμπτωμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

02

ναυτία, αηδία

un sentimiento de profunda repulsión o aversión moral 
Παραδείγματα
La náusea moral que sintió fue instantánea. 

Η ηθική ναυτία που ένιωσε ήταν στιγμιαία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store