Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El virus
[gender: masculine]
01
ιός, ιός
un organismo muy pequeño que puede causar enfermedades en las personas, animales o plantas
Παραδείγματα
El virus infectó a muchas personas.
Ο ιός μόλυνε πολλούς ανθρώπους.
02
ένα πρόγραμμα υπολογιστή που μπορεί να βλάψει ή να αλλάξει τη λειτουργία ενός υπολογιστή, ένα κακόβουλο λογισμικό που διαταράσσει τη λειτουργία ενός υπολογιστή
un programa informático que puede dañar o alterar el funcionamiento de una computadora
Παραδείγματα
El virus llegó por un correo electrónico.
Ο ιός ήρθε μέσω email.



























