Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cita
[gender: feminine]
01
ραντεβού
encuentro acordado entre personas en un lugar y hora específicos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
citas
Παραδείγματα
El doctor tiene muchas citas hoy.
Ο γιατρός έχει πολλά ραντεβού σήμερα.
02
παράθεση
reproducción literal de las palabras de otra persona, o referencia a una fuente escrita
Παραδείγματα
Es importante contextualizar cada cita que se usa.
Είναι σημαντικό να συγκειμενικοποιείται κάθε παράθεση που χρησιμοποιείται.



























