Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capital
[gender: feminine]
01
πρωτεύουσα
ciudad principal de un país donde se encuentran los órganos de gobierno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capitales
Παραδείγματα
La capital fue fundada hace más de 500 años.
Η πρωτεύουσα ιδρύθηκε πριν από περισσότερα από 500 χρόνια.
02
κεφάλαιο
dinero o bienes que se usan para invertir y producir riqueza
Παραδείγματα
El capital invertido generó buenos beneficios.
Το επενδυμένο κεφάλαιο παρήγαγε καλά κέρδη.
capital
01
σημαντικός, θεμελιώδης
que tiene gran importancia o relevancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más capital
συγκριτικός βαθμός
más capital
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
capital
αρσενικό πληθυντικό
capitales
θηλυκό ενικό
capital
θηλυκό πληθυντικό
capitales
Παραδείγματα
La comunicación efectiva es capital en el trabajo en equipo.
Η αποτελεσματική επικοινωνία είναι κρίσιμη στην ομαδική εργασία.



























