Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capital
01
πρωτεύουσα
ciudad principal de un país donde se encuentran los órganos de gobierno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capitales
Παραδείγματα
Madrid es la capital de España.
Η Μαδρίτη είναι η πρωτεύουσα της Ισπανίας.
02
κεφάλαιο
dinero o bienes que se usan para invertir y producir riqueza
Παραδείγματα
Necesitamos más capital para iniciar el negocio.
Χρειαζόμαστε περισσότερο κεφάλαιο για να ξεκινήσουμε την επιχείρηση.
capital
01
σημαντικός, θεμελιώδης
que tiene gran importancia o relevancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más capital
συγκριτικός βαθμός
más capital
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
capital
αρσενικό πληθυντικό
capitales
θηλυκό ενικό
capital
θηλυκό πληθυντικό
capitales
Παραδείγματα
La educación es un asunto capital para el país.
Η εκπαίδευση είναι ένα κρίσιμο θέμα για τη χώρα.



























