la porra
po
ˈpo
po
rra
ra
ra
gorraAndorra

Ορισμός και σημασία του "porra"στα ισπανικά

01

γκλομπ

un bastón corto y pesado, usualmente de goma o madera, usado como arma por la policía 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
porras
Παραδείγματα
El policía lleva una porra en el cinturón. 

Ο αστυνομικός κουβαλάει ένα γκλομπ στη ζώνη του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store