el asfalto
as
as
as
fal
ˈfal
fal
to
to
to
asalto

Ορισμός και σημασία του "asfalto"στα ισπανικά

01

άσφαλτος, πίσσα

un material negro y resistente usado para pavimentar carreteras 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El asfalto de esta carretera es nuevo y muy liso. 

Ο άσφαλτος αυτού του δρόμου είναι καινούργιος και πολύ λείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store