Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La avenida
[gender: feminine]
01
λεωφόρος, δρόμος με δέντρα
calle ancha con árboles o edificios grandes
Παραδείγματα
La avenida tiene árboles a los lados.
Η λεωφόρος έχει δέντρα στα πλάγια.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
λεωφόρος, δρόμος με δέντρα