Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El banco
01
πάγκος
asiento largo para que se sienten varias personas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bancos
Παραδείγματα
Nos sentamos en el banco del parque.
Καθίσαμε στο παγκάκι του πάρκου.
02
τράπεζα
lugar donde se guarda y se maneja el dinero
Παραδείγματα
Voy al banco a sacar dinero.
Πηγαίνω στην τράπεζα για να κάνω ανάληψη χρημάτων.
03
σμήνος, σμήνος ψαριών
conjunto de peces que nadan juntos
Παραδείγματα
Vimos un banco de peces en el océano.
Είδαμε ένα σμήνος ψαριών στον ωκεανό.



























