el templo
Pronunciation
/tˈemplo/

Ορισμός και σημασία του "templo"στα ισπανικά

01

ναός, ιερό

edificio dedicado a la práctica de una religión o al culto de una deidad
el templo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
templos
Παραδείγματα
El templo es un lugar de meditación y reflexión.
Ο ναός είναι ένας τόπος διαλογισμού και προβληματισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store