el templo
temp
ˈtemp
temp
lo
lo
lo
tempo

Ορισμός και σημασία του "templo"στα ισπανικά

01

ναός, ιερό

edificio dedicado a la práctica de una religión o al culto de una deidad 
el templo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
templos
Παραδείγματα
El templo hindú está lleno de colores y decoraciones. 

Ο ινδουιστικός ναός είναι γεμάτος χρώματα και διακοσμήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store