el ayuntamiento
Pronunciation
/ˌajjuntamjˈɛnto/

Ορισμός και σημασία του "ayuntamiento"στα ισπανικά

El ayuntamiento
01

δημαρχείο, κτίριο του δήμου

edificio donde trabaja el gobierno local de una ciudad o pueblo
el ayuntamiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ayuntamientos
Παραδείγματα
El ayuntamiento anunció nuevas obras.
Το δημαρχείο ανακοίνωσε νέα έργα κατασκευής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store