Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
azotar
01
μαστιγώνω, χτυπώ δυνατά
golpear con fuerza o actuar con violencia, especialmente el viento o la lluvia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
azoto
γ΄ ενικό πρόσωπο
azota
ενεστώτα μετοχή
azotando
απλός αόριστος
azotó
παθητική μετοχή
azotado
Παραδείγματα
El huracán azotó la isla sin piedad.



























