azotar
Pronunciation
/ˌaθotˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "azotar"στα ισπανικά

azotar
01

μαστιγώνω, χτυπώ δυνατά

golpear con fuerza o actuar con violencia, especialmente el viento o la lluvia 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
azoto
γ΄ ενικό πρόσωπο
azota
ενεστώτα μετοχή
azotando
απλός αόριστος
azotó
παθητική μετοχή
azotado
Παραδείγματα
El viento azotaba la costa. 

Ο άνεμος μαστίγωνε την ακτή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store