la granja
gran
ˈgɾan
γκραν
ja
xa
χα
naranja

Ορισμός και σημασία του "granja"στα ισπανικά

01

αγρόκτημα, γεωργική επιχείρηση

lugar donde se cultivan plantas y se crían animales para la alimentación 
la granja definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
granjas
Παραδείγματα
Mis abuelos viven en una granja grande. 

Οι παππούδες μου ζουν σε ένα μεγάλο αγρόκτημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store