Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El piso
[gender: masculine]
01
διαμέρισμα, κατοικία
vivienda dentro de un edificio, similar a un apartamento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pisos
Παραδείγματα
El piso tiene tres dormitorios y dos baños.
Το διαμέρισμα έχει τρία υπνοδωμάτια και δύο μπάνια.
02
όροφος
cada uno de los niveles o plantas de un edificio
Παραδείγματα
Subimos al segundo piso por las escaleras.
Ανεβήκαμε στον δεύτερο όροφο από τις σκάλες.
03
πάτωμα, δάπεδο
superficie horizontal de un edificio sobre la que se camina
Παραδείγματα
Hay agua en el piso.
Υπάρχει νερό στο πάτωμα.



























